Translate

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Τα μυστικά της καλλιέργειας της συκιάς

Μπορεί να έχει χάσει την αίγλη που είχε στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν και αντιπροσώπευε το 20% της αξίας των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων της χώρας μας, ωστόσο η παραγωγή σύκων εξακολουθεί να είναι μια διαχρονική πρόταση της ελληνικής γεωργίας.
Ο εξαγωγικός χαρακτήρας της καλλιέργειας αποτελεί δέλεαρ για αρκετούς παραγωγούς της χώρας μας, δεδομένου του ότι σαν προϊόν βαδίζει σε… δύο δρόμους.
Διατίθεται ως νωπό κυρίως μεμονωμένα από τους παραγωγούς και ως ξερό που τυποποιείται και κατά μεγαλύτερο μέρος εξάγεται. Και μπορεί η «ελεύθερη» διάθεση, με τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης από την πλευρά του παραγωγού να δίνει κατά περίπτωση υψηλότερη τιμή, ωστόσο οι «έξυπνοι» καλλιεργητές προτιμούν το ξερό σύκο. 
Είναι εύκολη καλλιέργεια, με μηδενικού κόστους καλλιεργητικές φροντίδες, ενώ η παραδοσιακή διαδικασία της ξήρανσης δίνει υπεραξία στο προϊόν και ενισχυμένο εισόδημα στον παραγωγό. Απαιτεί απλά αναμονή από τον καλλιεργητή να ωριμάσουν τα σύκα, να ξεραθούν πάνω στο δέντρο, να αφεθούν να πέσουν και τελικά να πάρουν τον δρόμο της τυποποίησης.
Η Συκιά είναι πολύτιμο δένδρο για τη χώρα μας. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλες τις πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές της χώρας μας, με φύτευση κατάλληλων ποικιλιών και να αξιοποιήσει ξηροθερμικές περιοχές και ασβεστούχα εδάφη, τα οποία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από άλλες καλλιέργειες.

Από τα πρώτα οπωροφόρα δέντρα
Η συκιά, Ficus carica, ήταν το σημαντικότερο οπωροφόρο δένδρο των αρχαίων Ελλήνων. Τα νωπά σύκα είναι από τους πλέον εύγευστους και θρεπτικούς καρπούς. Τα ξερά σύκα είναι από τις πλέον υγιεινές και θρεπτικές τροφές για τους μαθητές στα σχολεία και τις εκδρομές. Θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα διάφορα βιομηχανικά "σνακ" που είναι επιβλαβή για την υγεία.
Η συκιά ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμη και σε ξηροθερμικές περιοχές, με ασβεστούχα εδάφη και pH μέχρι 8. Επειδή η ποιότητα των παραγόμενων σύκων εξαρτάται, περισσότερο από κάθε άλλο είδος οπωροφόρου, από το εδαφοκλιματικό περιβάλλον, θα πρέπει να προσδιοριστεί η καταλληλότερη ποικιλία για κάθε τύπο εδάφους και μικροκλίματος.
Όλες οι ποικιλίες συκιάς φυτεύονται ως αυτόρριζες, χωρίς να εφαρμόζεται εμβολιασμός. Ο εμβολιασμός των ποικιλιών όμως σε επιλεγμένα υποκείμενα, από ορισμένες ποικιλίες, που προσαρμόζονται καλύτερα στα διάφορα εδάφη, βελτιώνει την παραγωγικότητα των δένδρων και την ποιότητα των καρπών. Για να εφαρμοστεί ο εμβολιασμός, θα πρέπει να επιλεγούν οι ποικιλίες εκείνες, που ευδοκιμούν καλύτερα ως υποκείμενα και να αναπτυχθεί η τεχνική αυτού. Ενδεικνυόμενα συστήματα καλλιέργειας, για εμπορικές φυτείες, είναι οι φυτεύσεις σε κανονικές αποστάσεις, με διαμόρφωση των δένδρων σε κανονικό κύπελλο, όπου επιτυγχάνονται μεγαλύτερες αποδόσεις και η καλύτερη ποιότητα καρπού, χωρίς άρδευση.

Τρόποι καλλιέργειας
Η καλλιέργεια της συκιάς, για παραγωγή νωπών, παρουσιάζει καλές προοπτικές τα τελευταία χρόνια και μπορεί να αποτελέσει μια ακόμα εναλλακτική λύση για ορισμένες περιοχές.
Η καλλιέργεια της συκιάς είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο με κυριότερες χώρες την Ιταλία, Τουρκία, Πορτογαλία και Ισπανία. Στην Ελλάδα συστηματικά καλλιεργείται στην Πελοπόννησο, Εύβοια και στα νησιά του Αιγαίου (Λέσβο, Άνδρο, Σάμο, Νάξο).
Υπάρχουν δύο τύποι καλλιεργούμενης συκιάς: Η μονόφορη που καρποφορεί μια φορά το χρόνο και η δίφορη που καρποφορεί δύο φορές το χρόνο. Πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα ή και με εμβολιασμό.
Η συκιά κατάγεται από θερμές περιοχές της νοτιοδυτικής Ασίας, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε λιγότερο θερμά κλίματα. Το φυτό δεν φαίνεται να απαιτεί χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα για να διαφοροποιήσει τους ανθοφόρους οφθαλμούς. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες μερικών βαθμών υπό το μηδέν.
Ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους εδαφών εκτός από τα βαριά υγρά αργιλώδη εδάφη. Τα πλέον ευνοϊκά εδάφη είναι τα πλούσια, βαθιά, ελαφριάς συστάσεως καλώς στραγγιζόμενα.
Θεωρείται αρκετά ανθεκτική στην έλλειψη νερού σε σχέση με άλλα οπωροφόρα δένδρα, όμως για μια πλούσια και ποιοτικά ικανοποιητική παραγωγή θα χρειαστεί ορισμένα ελαφρά έως μέτρια ποτίσματα την καλοκαιρινή περίοδο, ιδιαίτερα σε περιοχές που παρουσιάζουν φαινόμενα ξηρασίας. Χρειάζεται καλή ρύθμιση των ποτισμάτων για την αποφυγή του σχισίματος των καρπών. Η συκιά παρουσιάζει την τάση να ρίχνει τα φύλλα και τους καρπούς της όταν η διαθέσιμη εδαφική υγρασία είναι ανεπαρκής.

Ποικιλίες συκιάς
Οι ποικιλίες της συκιάς μπορούν να διαχωριστούν ανάλογα με τον αριθμό των καρποφοριών που δίνουν, σε μονόφορες και δίφορες, καθώς και με το χρωματισμό του φλοιού του συκόνιου σε λευκές και έγχρωμες. Οι σπουδαιότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες στην Ελλάδα είναι η Καλαμών, η Βασιλική Μαύρη (μονόφορη, έγχρωμη), Μαύρα Μαρκοπούλου, το Πολίτικο (μονόφορη, λευκή), η Πρασινοσυκιά Λέσβου, η Φρακασάνα (δίφορη, λευκή), η Βασιλική λευκή (μονόφορη), κτλ. Επίσης τα φυτώρια διαθέτουν ντόπιες ποικιλίες με καλά χαρακτηριστικά, οι οποίες μπορούν να αναζητηθούν από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς.

Εχθροί και ασθένειες της συκιάς
Οι κυριότεροι εχθροί της συκιάς στη χώρα μας οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στην παραγωγή και να υποβαθμίσουν ποιοτικά το παραγόμενο προϊόν είναι ο κηροπλάστης ή ψώρα της συκιάς, η ψύλλα, η λογχαία ή μαύρη μύγα των σύκων και τέλος η μύγα της Μεσογείου .
Πρόβλημα στις συκιές μπορεί να προκαλέσουν και οι νηματώδεις, γιατί τα δένδρα της συκιάς παρουσιάζουν μεγάλη ευαισθησία. Όσον αφορά τις ασθένειες έχει αναφερθεί ότι προκαλούνται σήψεις καρπών από μύκητες του γένους Phytophthora, Penicillium, Botrytis, Fusarium (ενδοσήψη), Alternaria, κτλ. Επίσης σημαντικές ασθένειες διεθνώς της συκιάς είναι αυτές που προκαλούνται από τα είδη Armillaria mellea, Cylindrocladium scoparium, καθώς και η ίωση, «μωσαϊκό».
Πηγή: agronews.gr

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Τις παλιές καλές εποχές ξανάζησε φέτος η σταφίδα

Το δρόμο της ανάκαμψης δείχνει να βρίσκει η ελληνική παραγωγή της σταφίδας, μετά από τη δοκιμασία των προηγούμενων χρόνων, όπου τόσο η μαύρη ή κορινθιακή, όσο και η ξανθιά ή σουλτανίνα, έπιασαν πάτο από πλευράς τιμών και ποσοτήτων παραγωγής.
Αφορμή αποτέλεσε η μεταρρύθμιση της Κοινής Οργάνωσης Αγοράς (ΚΟΑ) των οπωροκηπευτικών το 2007. Έκτοτε η τιμή της μαύρης σταφίδας ενισχύεται σταδιακά και από τα 60-65 λεπτά έχει φτάσει τα 1,45 ευρώ το κιλό, με εμφανή σημάδια βελτίωσης των συνθηκών της αγοράς. Ομοίως και η ξανθιά που από τα 60 λεπτά πριν από μια πενταετία έχει ενισχυθεί στα 1,30-1,70 ευρώ, μια τιμή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής. 

Η ελληνική μαύρη σταφίδα για περισσότερο από 600 χρόνια κατέχει κυρίαρχη θέση στο παγκόσμιο εμπόριο και από το 1993 έχει καταχωρηθεί ως ΠΟΠ. Το 80-90% της παγκόσμιας παραγωγής του συγκεκριμένου τύπου παράγεται στην Ελλάδα και η υπόλοιπη στην Αυστραλία. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η άριστη προσαρμογή της στις κλιματολογικές και τις εδαφολογικές συνθήκες της Δυτ. Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα ένα προϊόν ποιότητας. Το μεγαλύτερο μέρος της κορινθιακής σταφίδας που παράγεται στη χώρα μας εξάγεται στο εξωτερικό, κυρίως στη Μ. Βρετανία, όπου χρησιμοποιείται στην παρασκευή μπισκότων και κέικ.
Τη δεκαετία του ‘60 οι εκτάσεις με κορινθιακή σταφίδα ξεπερνούσαν τα 400.000 στρμ., ενώ σήμερα είναι 130.000  στρμ. σε Κορινθία, Αχαΐα, Ηλεία, Μεσσηνία, Ζάκυνθο και Κεφαλληνία.
Η ελληνική παραγωγή υπολογίζεται στους 20.000 τόνους, ωστόσο «βραχυπρόθεσμα θα μπορούσε να φτάσει τους 30.000 τόνους», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κ. Παπαδημητρίου, πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Κορινθιακής Σταφίδας, τονίζοντας πως η απορρόφηση διεθνώς είναι πολύ καλή.
Τα τελευταία χρόνια έχει εφαρμοστεί μια επιθετική πολιτική στην τιμολόγηση της μαύρης σταφίδας από συνεταιρισμούς και εμπόρους, η οποία αποδίδει. Αυτή η τάση στηρίζεται και από την ανοδική τάση στις μαύρες σταφίδες που σημειώνεται στις ΗΠΑ, όπου φέτος η τιμή παραγωγού για τη μαύρη, που είναι μεγαλύτερου μεγέθους από την ελληνική, διαμορφώνεται στα ιστορικά υψηλά επίπεδα των 1,9 δολαρίων το κιλό (1,5 ευρώ το κιλό).
Σταφυλίδες

Με τη λέξη σταφίδα οι αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν γενικώς τα αποξηραμένα σταφύλια της αμπέλου. Σήμερα η λέξη σταφίδα χρησιμοποιείται για τα αποξηραμένα σταφύλια ορισμένων μόνο ποικιλιών της αμπέλου και συγκεκριμένα της σουλτανίνας, της κορινθιακής σταφίδας και του μοσχάτου Αλεξανδρείας. Οι παλαιότερες γνωστές μαρτυρίες για καλλιέργεια σταφιδαμπέλου στην Ελλάδα ανάγονται στον 14ο αιώνα μ.Χ.
Οι σταφίδες, ασταφίδες ή σταφυλίδες, αναφέρονται από πολλούς αρχαίους συγγραφείς.
Τον περασμένο αιώνα, τα λιμάνια του Λονδίνου, του Λίβερπουλ, της Μασσαλίας, της Τεργέστης, του Άμστερνταμ και της Οδησσού ήταν ο προορισμός των πλοίων που έφευγαν φορτωμένα με σταφίδα από τα λιμάνια των Πατρών, του Κατάκολου, του Αιγίου, της Καλαμάτας και της Ζακύνθου.
Αντίθετες πορείες
Μαύρη και ξανθιά
Στην ελληνική αγορά και στον απόηχο των εξελίξεων στις ΗΠΑ η ΣΚΟΣ ΑΣΕ ανακοίνωσε  τιμή στα 1,45 ευρώ το κιλό για τη μαύρη σταφίδα, όπως μας πληροφορεί ο Γεράσιμος Καλλιμώρος, πρόεδρος της Συνεταιριστικής Κορινθιακής Σταφίδας, ο οποίος συμπληρώνει: «Το 2007 η τιμή της σταφίδας είχε πέσει στα χαμηλά των 70 λεπτών το κιλό, ωστόσο από εκείνη τη χρονιά και μετά ενισχύεται σταθερά.
Όσον αφορά την ξανθιά σταφίδα, η ελληνική παραγωγή από τους 70.000 τόνους πριν από τρεις δεκαετίες, έχει περιοριστεί στην παραγωγή μιας μικρής μόνο ποσότητας κάτω από 1.000 τόνους, όπως μας πληροφορεί ο Θανάσης Κούστας, της εταιρείας Κουνινιώτης. Στο ίδιο χρονικό διάστημα η παραγωγή της Τουρκίας από 70.000 τόνους τετραπλασιάστηκε στους 300.000 τόνους, αποδεικνύοντας πως το ελληνικό προϊόν μειώθηκε καθώς έπαψε να είναι ανταγωνιστικό. Οι φετινές τιμές που ανακοίνωσε η ΚΣΟΣ Ηρακλείου διαμορφώνονται στα 1,30 λεπτά το κιλό το τεσσάρι, 1,50 λεπτά το κιλό το δυάρι και 1,70 λεπτά το κιλό ο άσος.
Πηγή:  agronews.gr

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελιάς

Η ελιά είναι ένα αιωνόβιο δέντρο που επηρεάζεται εξαιρετικά από περιβαλλοντικές συνθήκες που επεμβαίνουν στο δρόμο της ανάπτυξης της και αντιδρά στη φροντίδα του παραγωγού της.
Μάλιστα, το χαρακτηριστικό της αιωνοβιότητάς της προκύπτει και από τους φλοιούς της (λανθάνοντες οφθαλμοί) και ιδιαίτερα εκείνους του λαιμού της που είναι πάντα σε ετοιμότητα να δώσουν νέους κλάδους.  Ακόμα και αν ο κορμός της ξεραθεί αναφύεται άλλος από την ρίζα.  Επίσης, τα δερματώδη μικρά φύλλα της, σκεπασμένα στην πάνω επιφάνεια τους από αδιάβροχη ουσία (την κουτίνη) κι από κάτω πλούσια σε βαθιούς λάρυγγες με μικρά στόματα, της δίνουν μεγάλη ανθεκτικότητα στα ξηρά κλίματα.

Επίσης, η ελιά έχει την ιδιότητα να καρποφορεί στο ξύλο της προηγούμενης χρονιάς κι αυτό δυναμώνει την τάση της να καρποφορεί κάθε δεύτερο χρόνο, να παρενιαυτοφορεί. Με τον όρο παρενιαυτοφορία γενικά περιγράφεται το φαινόμενο της αυξομείωσης της παραγωγής του ελαιοδένδρου, χρονιά παρά χρονιά, χωρίς την επίδραση παθολογικών ή κλιματολογικών παραγόντων. Η τάση αυτή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες οι κυριότεροι από τους οποίους είναι η ποικιλία, το κλάδεμα και το μέγεθος του φορτίου της χρονιάς της μεγάλης παραγωγής. Αν και έχει επικρατήσει η τάση ότι η παρενιαυτοφορία της ελιάς είναι μια φυσιολογική διαδικασία, πρέπει να σημειωθεί ότι ο περιορισμός της εκδήλωσης του φαινομένου συνιστά βασικής σημασίας μέριμνα για τον ελαιοπαραγωγό. Αδράνεια και έλλειψη εφαρμογής κατάλληλων μέτρων σημαίνει εντέλει αύξηση του κόστους παραγωγής. Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, τη χρονιά της υψηλής παραγωγής η ελιά παρουσιάζει μια μεγάλη μείωση στα επίπεδα αζώτου, καλίου και φωσφόρου, με ταυτόχρονη αύξηση της περιεκτικότητας του ασβεστίου. Αποτέλεσμα αυτών των μεταβολών είναι η αδυναμία εκ μέρους του δένδρου να αποδώσει την επόμενη χρονιά, παρουσιάζοντας επιπρόσθετα γηραντικά φαινόμενα. Ο περιορισμός της έντασης εκδήλωσης της παρενιαυτοφορίας βασίζεται σε καλλιεργητικά μέτρα, όπως η λίπανση και το κλάδεμα. Η έγκαιρη και σωστή εφαρμογή των προαναφερόμενων μέτρων συμβάλλει αποφασιστικά στην εξάλειψη του φαινομένου, ενώ φαίνεται ότι η άρδευση και η διαδικασία της συγκομιδής διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.

Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τα «μάτια» της ελιάς διαφοροποιούνται σημαντικά.  Συγκεκριμένα, τα «μάτια» στην άκρη των βλαστών καθώς κι ένα μέρος των ματιών που βρίσκονται στις μασχάλες των φύλλων είναι ξυλοφόρα. Τα υπόλοιπα μάτια που βρίσκονται στις μασχάλες των φύλλων δίνουν μιά μικρή βλάστηση κι αν οι συνθήκες το επιτρέπουν ανθίζουν και καρποφορούν. Η στροφή αυτή των ματιών προς την καρποφορία, η διαφοροποίηση τους, γίνεται γύρω τους 2 με 3 μήνες πριν την άνθιση. Για αυτό η λίπανση για να έχει μια καλή επίδραση πρέπει να γίνεται πριν ( στο τέλος του χειμώνα) ακριβώς για να διευκολύνει τη διαφοροποίηση των ματιών.

Τέλος, οι ρίζες της ελιάς είναι επιφανειακές. Για αυτό το δούλεμα του εδάφους δεν πρέπει να ξεπερνά  τα 20-25 εκατοστά. Ακόμα, η ελιά έχει την τάση ιδιαίτερα όταν έχει αρχίσει να «γερνάει», να πετάει εύκολα ζωηρούς  βλαστούς, τους λεγόμενους «λαίμαργους». Πρόκειται για βλαστούς που δεν καρποφορούν και για αυτό πρέπει να αφαιρούνται, εκτός αν μπορούν να χρησιμεύσουν για τη δημιουργία καινούργιων μπράτσων για να κοπούν τα πιο γερασμένα. 
Πηγή:  agronews.gr